planitshare.app/
TravelΕΛTranslate· 05/08/2026

Κατσίκες πάνω σε δέντρα, η σούπα της γιαγιάς, και άλλοι λόγοι που με ρωτάνε πού να πάνε

By Miltos Vafiadis

Share:

Το άρθρο υπάρχει και στα αγγλικά.

Με ρωτάνε φίλοι πού να πάνε. Με ρωτάνε συνάδελφοι. Με ρωτάνε φίλοι συναδέλφων. Κάτσε ρε φίλε, έχω καταντήσει να είμαι ταξιδιωτικός πράκτορας δωρεάν. Και αρκετοί με ρωτάνε για πόλεις όπου δεν έχω πατήσει ποτέ το πόδι μου — κάτι που με μπέρδευε, μέχρι που κατάλαβα τι ζητάνε στ' αλήθεια. Βάση δεδομένων δεν χρειάζεται κανείς — το ίντερνετ είναι γεμάτο βάσεις δεδομένων. Αυτό που θέλουν είναι ένα φίλτρο. Το γούστο κάποιου, δανεικό για ένα τριήμερο.

Ορίστε λοιπόν το φίλτρο, φωναχτά, σε δέκα στάσεις. Όλες αληθινές, και η καθεμία εξηγεί έναν κανόνα που εφαρμόζω παντού από τότε.

1. Η ενδιάμεση στάση δεν είναι χαμένος χρόνος. Είναι πιάτο του μενού.

Το γλυπτό-ταξί από σύρμα στην αίθουσα αναχωρήσεων του Terminal 2 στο Χίθροου

Χίθροου, Terminal 2. Εκεί όπου κάποτε πέρασα τρεις ώρες κάνοντας προσχεδιασμένες βόλτες που άλλοι θα θεωρούσαν ταλαιπωρία.

Οι περισσότεροι προσπαθούν να ελαχιστοποιήσουν την ενδιάμεση στάση. Εγώ τη μεταχειρίζομαι σαν πιάτο, και στο Terminal 2 του Χίθροου το πήγα όσο πιο μακριά γινόταν — γιατί μια κάρτα Star Alliance Gold ανοίγει αρκετά lounges εκεί, και πουθενά δεν γράφει ότι πρέπει να πας στο πιο κοντινό ή σε αυτό που ανήκει στην αεροπορική εταιρία που πετάς.

Εκείνη τη μέρα πετούσα προς Ευρώπη, άρα η πύλη μου ήταν στο κεντρικό κτήριο: κοντά, βολικά, βαρετά. Οπότε έβαλα πλώρη για την αντίθετη κατεύθυνση — κάτω, στο μεγάλο υπόγειο τούνελ που βγάζει στο δορυφορικό κτήριο.

Και εδώ να αναφέρω κάτι που έχει σημασία, κάτι που ήξερα πριν το ταξίδι μιας και διαβάζω frequent-flyer blogs: οι κυλιόμενοι διάδρομοι σε εκείνο το τούνελ πάνε μόνο προς μία κατεύθυνση. Σε πηγαίνουν στο δορυφορικό. Δεν σε φέρνουν πίσω. Η επιστροφή είσαι εσύ, η τσάντα σου, και ένα μεγάλο περπάτημα κάτω από ένα αεροδρόμιο, με μοναδικό κινούμενο μέρος τα πόδια σου.

Πήγα έτσι κι αλλιώς. Το προσωπικό είχε την καλοσύνη να μου επισημάνει ότι η πύλη μου ήταν, όντως, πολύ μακριά από εκεί που κατευθυνόμουν. Ναι, είπα. Το ξέρω. Αυτό είναι το σχέδιο.

Πρώτη στάση, το Maple Leaf lounge της Air Canada, για την μπίρα. Μετά το lounge της United, με καλό φαγητό και ανοιχτό μπαρ — δεν έκανα ντους εκείνη την ημέρα αν και κανονικά πάντα πάω (είναι η πιο υποτιμημένη πολυτέλεια) μιας και μόλις ξεκινούσα το ταξίδι. Περίμενα πώς και πώς το lounge της Singapore Airlines, και το βρήκα κλειστό για ανακαίνιση — το πήρα βαρύτερα απ' όσο δικαιούται να το πάρει ένας ενήλικας άνθρωπος.

Και μετά η επιστροφή. Όλη, με τα πόδια, κάτω από τους διαδρόμους απογείωσης, κερδίζοντας αναδρομικά κάθε ένα από αυτά τα lounges. Πάνω στο κεντρικό κτήριο και μέσα στο lounge της Lufthansa — εν μέρει επειδή ήταν επιτέλους δίπλα στην πύλη μου, και κυρίως επειδή είχε κανονικό γερμανικό pretzel, που είναι απολύτως αξιοπρεπής λόγος για να κλείσει οτιδήποτε.

Ο συνταξιδιώτης μου ήπιε έναν καφέ στην πύλη. Περιμέναμε και οι δύο τις ίδιες τρεις ώρες. Μόνο ο ένας μας είχε πρόγραμμα.

Ο κανόνας που βγήκε: η μετακίνηση είναι προορισμός. Τελεφερίκ, φέρι, παράξενα terminals, σταθμοί τρένου που αξίζει να μπεις μέσα τους και μόνο γι' αυτούς. Η διαδρομή επιτρέπεται να είναι το καλό κομμάτι — και το να ξέρεις ένα συγκεκριμένο πράγμα για έναν τόπο πριν φτάσεις, όπως προς τα πού πάνε οι κυλιόμενοι, αξίζει περισσότερο από κάθε γενική συμβουλή γι' αυτόν.

2. Ρώτα αυτόν που σου σερβίρει το ποτό πού τρώει ο ίδιος

Ένα μπολ με σούπα νουντλς σε κόκκινο πλαστικό τραπέζι σε νυχτερινό πάγκο του δρόμου στη Χο Τσι Μινχ, με τις δύο γυναίκες του πάγκου να δουλεύουν από πίσω

Το επίμαχο μπολ. Ο σωστός αριθμός πλαστικών σκαμπό είναι «μερικά».

Στη Χο Τσι Μινχ ζήτησα από την μπαργούμαν να μου προτείνει εστιατόριο, και πήρα την ευγενική απάντηση — αυτή που δίνουν στους τουρίστες, με αγγλικό μενού και κλιματισμό. Οπότε έκανα την καλύτερη ερώτηση: εσύ πού τρως όταν σχολάς;

Μου έδειξε από το παράθυρο την απέναντι γωνιά, στον φαρδύ δρόμο έξω από την αγορά. Εκείνο το βράδυ, κατά τα μεσάνυχτα, καθίσαμε σε πλαστικά σκαμπό σε έναν πάγκο που τον κρατούσε μια γιαγιά που δεν μιλούσε αγγλικά και δεν της χρειαζόταν, γιατί σέρβιραν μόνο ένα πιάτο και εγώ απλά το έδειξα με το δάχτυλο. Παραμένει το καλύτερο φαγητό που έχω φάει οπουδήποτε, και κόστισε περίπου 75 λεπτά — δηλαδή όσο περίπου ένα μπουκαλάκι νερό στην Ελλάδα (αυτά που είναι δύσκολο να βρεις στο αεροδρόμιο).

Ο κανόνας: το φαγητό είναι βασιλιάς, και ένα μενού χωρίς μετάφραση είναι καλό σημάδι. Τα πλαστικά σκαμπό είναι εξαιρετικό σημάδι. Επίσης: η δεύτερη ερώτηση είναι πάντα καλύτερη από την πρώτη.

3. Αγόρασε το λάδι αργκάν

Άντρας με μοβ σαρίκι σερβίρει τσάι μέντας σε μικρά ποτήρια σε ταράτσα στο Μαρόκο, με τοίχους κασμπά πίσω του

Μία ώρα. Αρκετά τσάγια. Καμία μετάνοια.

Στο Μαρόκο ένας έμπορος μάς κάλεσε για τσάι. Μετά για κι άλλο τσάι. Και μετά για μία ώρα ιστορίες — για την οικογένειά του, τους προμηθευτές του, το μέρος, και γιατί το ένα πράγμα αξίζει περισσότερο από το άλλο που για μένα κι εσένα φαίνονται πανομοιότυπα.

Ναι, φυσικά και είναι τεχνική πώλησης. Είναι όμως και η καλύτερη ώρα της ημέρας, και υπάρχει ένας απλός τρόπος να κλείσει τίμια ο λογαριασμός: αγοράζεις κάτι. Κοστίζει περίπου όσο ένα εισιτήριο μουσείου, παίρνεις μια ιστορία αντί για μια ουρά, και έχεις τι να δώσεις στο χέρι του επόμενου που θα σε ρωτήσει τι έφερες.

Ο κανόνας: οι επιλογές που φτιάχνουν κουβέντες προηγούνται από τις επιλογές που φτιάχνουν φωτογραφίες.

4. Η παράκαμψη που δεν εξήγησα σε κανέναν

Τρεις κατσίκες όρθιες πάνω στα αγκαθωτά κλαδιά ενός δέντρου αργκάν στο Μαρόκο

Ρε φίλε, ήταν όντως εκεί πάνω.

Κάπου σε έναν χάρτη του Μαρόκου, ένας άγνωστος είχε καρφιτσώσει ένα pin και το είχε ονομάσει κάτι σαν κατσίκες πάνω σε δέντρα αργκάν. Όχι πινακίδα, όχι καταχώρηση, όχι κριτική — ένα pin. Κάποιος που δεν πρόκειται να συναντήσω ποτέ αποφάσισε ότι αυτό αξίζει μόνιμο σημάδι στον χάρτη του κόσμου, κι εγώ αποφάσισα να τον πιστέψω.

Οπότε έστριψα. Δεν εξήγησα τη στροφή. Η άσφαλτος έγινε χαλίκι, το χαλίκι χώμα, το χώμα «είναι ακόμα δρόμος αυτό;», και από το πίσω κάθισμα άρχισαν οι λογικές ερωτήσεις: πού πάμε, γιατί πάμε εκεί, πόσο ακόμα. Είπα ότι θα αξίζει, που εκείνη τη στιγμή ήταν λιγότερο υπόσχεση και περισσότερο διάθεση.

Και μετά ο δρόμος τελείωσε στη μέση του πουθενά. Ούτε άλλα αυτοκίνητα. Ούτε άλλοι τουρίστες. Ούτε κτήρια. Μόνο εμείς, λίγοι θάμνοι, κι ένα δέντρο. Και μέσα από τους καθρέφτες — και θέλω να είμαι σαφής ότι εδώ ακριβώς είναι το σημείο όπου η ταινία τρόμου κόβει στους τίτλους — εμφανίστηκαν φιγούρες. Αρκετές, μεγάλοι και μικρά παιδιά, να κατευθύνονται γρήγορα προς το αυτοκίνητο. Κουβαλώντας κατσίκες.

Δεν ήταν, τελικά, η τρίτη πράξη θρίλερ. Ήταν μια οικογένεια με επιχειρηματικό σχέδιο. Πάνω οι κατσίκες, μία μία, στα κλαδιά, να τακτοποιούνται σαν κακοοργανωμένη χορωδία. Έξω τα κινητά. Και μετά τα πρόθυμα χέρια: στάσου εδώ, γύρνα το έτσι, περίμενε να σηκώσει το κεφάλι εκείνη. Και μετά, θερμά και αναπόφευκτα, ο λογαριασμός.

Το ποσό που ζήτησαν ήταν υπέρογκο. Το ήξερα. Ήξεραν ότι το ήξερα. Καταλήξαμε κάπου λογικά, δώσαμε τα χέρια (τα αγόρια ήταν λίγο ξυνισμένα γιατί φαίνεται το μερίδιό τους θα ήταν μικρό), κι έφυγα έχοντας πληρώσει δίκαιο αντίτιμο για να με ελαφρύνουν ευγενικά και με μεγάλη επαγγελματική επάρκεια από κάποια μετρητά — άνθρωποι που, στο κάτω κάτω, παρέδωσαν ακριβώς αυτό που υποσχόταν το pin.

Δεν το μετάνιωσα, και βγήκε ένας μόνιμος κανόνας από εκεί: τίποτα που κακομεταχειρίζεται ζώα. Όχι βόλτες με ελέφαντες, όχι ταξί με γαϊδουράκια, όχι ναρκωμένα ζώα για να τα κάνουμε ό,τι θέλουμε. Οι κατσίκες εκεί πάνω ανεβαίνουν όντως μόνες τους στα δέντρα αργκάν — εκείνο το συγκεκριμένο δέντρο είχε θίασο και ταμείο, και είναι ο λόγος που πλέον ρωτάω από πού προκύπτει κάθε «ευκαιρία για φωτογραφία» πριν ενθουσιαστώ.

Ο κανόνας: κάνε την παράκαμψη. Πλήρωσε τίμια. Και μετά πες τίμια τι βρήκες εκεί.

5. Το διάσημο, από πλάγια

Η Σαγράδα Φαμίλια καθρεφτισμένη στη λιμνούλα της πλατείας Γκαουντί, στη Βαρκελώνη

Η καλύτερη θέση της Βαρκελώνης. Κοστίζει μηδέν.

Δεν έχω μπει ποτέ μέσα στη Σαγράδα Φαμίλια. Έχω περάσει πολύ ευχάριστη ώρα στο πάρκο απέναντι, στο παγκάκι δίπλα στη λιμνούλα, εκεί όπου ολόκληρη ευθυγραμμίζεται μέσα στο νερό και η ουρά είναι ένα μικρό, μακρινό φίδι από απογεύματα άλλων ανθρώπων.

Δεν έχω κάτι με τα μνημεία. Έχω με τις ουρές. Σχεδόν κάθε παγκόσμιο βαρύ χαρτί έχει και μια πίσω πόρτα: ο κήπος αντί για το εσωτερικό, ο λόφος από όπου φαίνεται αντί για τη σειρά που μπαίνει μέσα, η πρώτη δωρεάν ώρα, ο γύρος απ' έξω. Πάρε αυτή, και πάρ' την νωρίς.

Ο κανόνας: το πολύ ένα διάσημο ανά ταξίδι, και αυτό από πλάγια.

6. Σίντρα: τρία κάστρα, μηδέν εισιτήρια

Τα τείχη του Μαυριτανικού Κάστρου της Σίντρα, με την πόλη από κάτω

Τα γυρίσαμε όλα απ' έξω. Που είναι, δομικά μιλώντας, το μεγαλύτερο μέρος τους.

Αν δεν έχεις πάει: η Σίντρα είναι ένας καταπράσινος λόφος περίπου μισή ώρα δυτικά της Λισαβόνας — τρένο από το κέντρο και είσαι εκεί — όπου η πορτογαλική βασιλική οικογένεια του 19ου αιώνα και οι πιο εύποροι φίλοι της έχτισαν μια συστάδα ρομαντικών ανακτόρων πάνω σε ένα πολύ παλαιότερο μαυριτανικό φρούριο. Είναι αυτό που στην Ελλάδα το περιγράφουμε μεταξύ μας ως «τα κάστρα που μοιάζουν με Disney έξω από τη Λισαβόνα» — άδικο, ακριβές, και ο λόγος που υπάρχουν οι ουρές.

Γιατί αυτό ακριβώς είναι: ένας λόφος γεμάτος ανάκτορα, το καθένα με δικό του εισιτήριο και δική του σειρά ανθρώπων που θα στέκονται στα ίδια δωμάτια με σένα την ίδια ώρα. Εμείς τα γυρίσαμε απ' έξω — τα μονοπάτια, τα τείχη από την άλλη πλευρά, η κορυφογραμμή, η θέα πίσω προς την πόλη και μπροστά προς τον ωκεανό. Μια ολόκληρη μέρα, αρκετά κάστρα, κανένα εισιτήριο.

Και μετά, κάτω στην κοιλάδα, το κομμάτι της ημέρας που δεν είχε προγραμματίσει κανείς.

Πορτογαλική πινακίδα που δείχνει αριστερά προς Nafarros και Colares

Δεν χρειάζεται επεξήγηση σε όποιον μιλάει Ελληνικά.

Το χωριό λέγεται Colares. Είναι ιστορική οινική ζώνη, με αμπέλια φυτεμένα σε άμμο λίγα χιλιόμετρα από τον Ατλαντικό, και παράγει κρασί που δεν μοιάζει με κανένα άλλο στην Πορτογαλία.

Κανένας από την παρέα δεν ενδιαφέρθηκε για την ιστορία του κρασιού της περιοχής — βγάλαμε τη φωτό, ήπιαμε ένα ποτήρι κρασί, και φύγαμε.

7. Στο σημείο αυτό, είναι πια συλλογή

Εγώ κάτω από την πινακίδα της Malacca Street στο οικονομικό κέντρο της Σιγκαπούρης, να τη δείχνω με το δάχτυλο

Οικονομικό κέντρο της Σιγκαπούρης. Και γλωσσικό ναρκοπέδιο. Δεν μετανιώνω τίποτα.

Στο επιχειρηματικό κέντρο της Σιγκαπούρης υπάρχει ένας απολύτως αξιοσέβαστος δρόμος ονόματι Malacca Street, από το στενό της Μαλάκκα. Ο Έλληνας αναγνώστης έχει ήδη τελειώσει το αστείο μόνος του, ένα φωνήεν πριν από μένα, και δεν θα του χαλάσω τη χαρά γράφοντάς το.

Φωτογραφία δίπλα στην πινακίδα. Ίδια διαδικασία με τις Colares. Είναι πλέον συλλογή, και δέχομαι υποβολές.

8. Το οινοποιείο που μας άργησε, και ο οδηγός που ανέλαβε την ευθύνη

Αμπέλι σε κόκκινο χώμα στην Κρήτη, με ξερά βουνά πίσω

Κρήτη. Είχαμε να προλάβουμε κάπου. Πήγαμε εδώ.

Διασχίζοντας την Κρήτη, με πρόγραμμα, και με κράτηση στην άλλη άκρη, είδα μια μικρή πινακίδα για ένα οινοποιείο που δεν είχα ξανακούσει, και έστριψα.

Υπήρξε διαμαρτυρία από το αυτοκίνητο. Νόμιμη διαμαρτυρία — θα αργούσαμε. Οπότε έκανα το μόνο έντιμο που έχει στη διάθεσή του ένας οδηγός σε τέτοια θέση: ανακοίνωσα ότι η καθυστέρηση είναι αποκλειστικά δική μου ευθύνη, ότι όποιες συνέπειες προκύψουν τις απορροφώ εγώ, και ότι πάμε.

Ήταν εξαιρετικό. Μικρή παραγωγή, οικογενειακή δουλειά, κρασί που δεν το βρίσκεις στο ράφι του σουπερμάρκετ, σερβιρισμένο από άνθρωπο που ήθελε να σου το εξηγήσει. Φτάσαμε αργά. Ούτε μία φορά, σε όλα τα χρόνια που πέρασαν από τότε, δεν αναφέρθηκε από κανέναν ότι φτάσαμε αργά. Αναφέρεται το οινοποιείο.

Ο κανόνας: το να πέσεις πάνω σε κάτι κατά λάθος είναι το τζακ ποτ, και το πρόγραμμα είναι μια πρόταση με καλή δημόσια εικόνα.

9. Πενήντα χιλιόμετρα νησί, μία μέρα, δύο ρόδες

Δρόμος στο νησί Φου Κουόκ με μηχανάκια και μαγαζιά στην άκρη

Φου Κουόκ. Ολόκληρο το νησί, πάνω κάτω, μέσα σε μία μέρα.

Στο Φου Κουόκ νοικιάσαμε μηχανάκια και κάναμε το νησί από τη μια άκρη στην άλλη και πίσω — κάπου πενήντα χιλιόμετρα η κάθε κατεύθυνση, μέσα σε μία μέρα, με στάσεις όπου το πρότεινε το ίδιο το νησί.

Στο νότιο άκρο υπάρχει ένα συγκρότημα που όλοι όσοι ξέρω το λένε απλώς «ψεύτικη Ευρώπη»: μια χτισμένη από το μηδέν μεσογειακή παραθαλάσσια πολίτσα, με καμπαναριό και παστέλ προσόψεις, τοποθετημένη πάνω σε ένα βιετναμέζικο νησί. Της δώσαμε δυο ώρες — όσο χρειάζεται για να την περπατήσεις, να πάρεις τη μυρωδιά της και να αποφασίσεις πώς την αισθάνεσαι — και μέρος αυτών το περάσαμε πάνω στο Kiss Bridge.

Το Kiss Bridge στο ηλιοβασίλεμα, με τα δύο του μισά να απλώνονται πάνω από τη θάλασσα χωρίς να ακουμπούν

Δύο μισά, ένα κενό, κι ένα πολύ καλό ηλιοβασίλεμα.

Η γέφυρα είναι δύο βραχίονες που απλώνονται πάνω από το νερό και σταματούν λίγο πριν συναντηθούν, ώστε ένα ζευγάρι να περπατήσει στις δύο άκρες και να σκύψει για ένα φιλί πάνω από το κενό. Εγώ ήμουν με φίλο, οπότε αυτό δεν επρόκειτο να συμβεί. Για να είμαι δίκαιος, ούτε με τη σύντροφό μου είμαι σίγουρος ότι θα είχε συμβεί — είναι πολύ περπάτημα ο καθένας, με αυτή τη ζέστη, για μια φωτογραφία που θέλει και τρίτο άτομο που δεν είχαμε. Κοιτάξαμε τη θέα, που είναι και ο τίμιος λόγος να πας: δεν είναι δωρεάν, αλλά κοστίζει κλάσμα απ' ό,τι όλα τα υπόλοιπα εκεί κάτω, και είναι το μόνο τους που θα πλήρωνα δεύτερη φορά.

Στο βόρειο άκρο του νησιού είναι η Starfish Beach, που είναι ακριβώς ό,τι υπόσχεται το όνομα: ρηχά, ζεστά, καθαρά νερά με μεγάλους πορτοκαλί αστερίες καθισμένους στην άμμο. Ήταν πανέμορφα, και ήταν επίσης το μοναδικό σημείο του νησιού που με έκανε έξω φρενών, γιατί ένα σταθερό ρεύμα ανθρώπων σήκωνε τους αστερίες για φωτογραφίες και — μακάρι να υπερέβαλλα — τους πετούσε ο ένας στον άλλον. Είπα κάτι. Δυνατά. Παραπάνω από μία φορά. Οι αστερίες πνίγονται έξω από το νερό — μια αναμνηστική φωτογραφία δεν αξίζει τη ζωή ενός ζώου, και εκεί περίπου τελειώνει η υπομονή μου.

Ένα νησί δεν το καλύπτεις έτσι από τουριστικό λεωφορείο, και σίγουρα δεν το καλύπτεις από ξαπλώστρα. Το να νοικιάσεις κάτι με ρόδες που να σε μετακινεί — μηχανάκι, σκούτερ ή ποδήλατο — είναι η διαφορά ανάμεσα στο «επισκέφτηκα» και στο «γύρισα», και είναι σχεδόν πάντα το φθηνότερο κονδύλι ολόκληρου του ταξιδιού.

Ο κανόνας: νοίκιασε κάτι με ρόδες που να σε μετακινεί. Και μετά χρησιμοποίησέ το άτακτα, επίτηδες — αφήνοντας την άγρια ζωή εκεί που τη βρήκες.

10. Και μετά τα έμαθα όλα σε ένα AI

Καθεμία από αυτές τις ιστορίες είναι μια προτίμηση, και οι προτιμήσεις είναι ακριβώς κάτι που μπορείς να το καταγράψεις. Οπότε τις έγραψα — και μετά έδωσα ολόκληρο το πακέτο σε ένα AI και του ζήτησα να κάνει τον Μίλτο.

Λέγεται The B-Side, ζει μέσα στο PlanItShare, και το σύνθημά του είναι «όχι το top 10». Απαντάς σε εννιά γρήγορες κάρτες «αυτό ή εκείνο», λες πού πας και πότε, και σου γυρνάει μια λίστα φτιαγμένη όπως θα την έφτιαχνα εγώ: πού τρώνε οι ντόπιοι, ποιο διάσημο αξιοθέατο να δεις «από την πίσω πόρτα», ποια παγίδα να προσπεράσεις και τι να κάνεις στη θέση της — και ποτέ, μα ποτέ, πρόταση δικαιολογημένη με αστεράκια.

Σου φέρνει και λίγη αντίρρηση, που είναι το πιο πιστό κομμάτι της μίμησης. Αν του πεις ότι θέλεις όντως το μουσείο, την ολοήμερη παραλία και την πίστα, θα στα δώσει — διαλεγμένα με τον δικό του τρόπο. Και δεν πρόκειται να σου προτείνει τίποτα με ζώο που φοράει κουστούμι.

Αν θέλεις την εκτενή εκδοχή του γούστου που κρύβεται από πίσω, υπάρχει ολόκληρη σελίδα γι' αυτό μέσα στην εφαρμογή. Κι αν θες λίστα για εκεί που πας μετά — Επιβιβάσου — δωρεάν. Οι κατσίκες είναι προαιρετικές.


Πηγές φωτογραφιών

Το μπολ με τη σούπα, το τσάι, οι κατσίκες, η πινακίδα των Colares και η πόζα στη Malacca Street είναι δικές μου — τραβηγμένες πρόχειρα, επιτόπου, ακριβώς όπως τα περιγράφω. Για τα ταξίδια όπου γύρισα με σπουδαία ιστορία και καμία αξιοποιήσιμη φωτογραφία, ακολουθούν εικόνες ελεύθερης άδειας από το Wikimedia Commons, από ανθρώπους που ήταν εκεί με καλύτερη μηχανή και περισσότερη υπομονή:

  • Χίθροου, Terminal 2IIya Kuzhekin, CC BY 3.0
  • Σαγράδα Φαμίλια από την πλατεία ΓκαουντίEnric, CC BY-SA 4.0
  • Μαυριτανικό Κάστρο, ΣίντραShooterb9, CC BY-SA 3.0 ES
  • Αμπέλι κοντά στον Σταυρό, ΚρήτηJules Verne Times Two, CC BY-SA 4.0
  • Kiss Bridge, Φου ΚουόκVivu Vietnam, CC BY-SA 4.0

Comments

No comments yet — be the first.